Καλώς ήλθατε στον Ενεργό Δημότη

Πέμπτη 23 Μαρτίου 2017
    

ΖΑΝ ΡΙΣΠΕΝ (1849-1926)

Ποιητής, δραματουργός και μυθιστοριογράφος. Γεννήθηκε στη Μεντέα της Αλγερίας, από πατέρα στρατιωτικό γιατρό. Σπούδασε φιλολογία και πήρε μέρος στον πόλεμο του 1870 στο σώμα των Ελευθέρων Σκοπευτών.

 

Γράφει και επιμελείται
η Τούλα Σουβαλιώτη-Μπούτου
Ιατρός
Έφορος «Φιλολογικού»
του Πειραϊκού Συνδέσμου
Θεατρικός Συγγραφέας - Ποιήτρια.

Στους φιλολογικούς κύκλους της Γαλλίας της εποχής, αλλά και στο πνευματικό γενικότερα κοινό, μόλις πρωτοπαρουσιάστηκε ο νεαρός Ρισπέν, με το βιβλίο του "Chanson des gueux" (Το τραγούδι των κατατρεγμένων) (1876), έκαμε ευθύς εντύπωση ο ατίθασος χαρακτήρας του, η ακράτητη ζωηρότητα του, η περιφρόνηση που έδειχνε για κάθε κοινωνική καθιερωμένη τάξη και η συμπάθεια με την οποία περιέβαλε τους απόκληρους της ζωής και τους επαναστατημένους χαρακτήρες.
Το πρώτο του έργο "La Chanson des gueux" που προαναφέρθηκε και όπου ο ποιητής ανύψωνε τους αλήτες, τους ψωμοζήτες, τους γυρολόγους, τους απάχηδες και σύγκρινε τη δυστυχισμένη και ανυπόταχτη ζωή τους με κείνη την κανονική και μετρημένη των αστών, αναστάτωσε το Παρίσι. Οι αστοί, τους οποίους καίρια έθιγε ο άφοβος Ρισπέν, εξοργισμένοι και διψώντας για εκδίκηση, κατάγγειλαν τον ποιητή, με αποτέλεσμα να δικαστεί, να καταδικαστεί και να κλειστεί στις φυλακές, για τη δήθεν άκοσμη και  αισχρή γλώσσα του.
Ανήσυχη ιδιοσυγκρασία και ηφαιστειακή καρδιά, αγαπώντας παράφορα την ελευθέρια, ο ποιητής, κάποια φορά ταξίδεψε για να γνωρίσει τη λευτεριά των πόντων, σαν ναύτης σ' εμπορικό καράβι. Ακόμα, για να δοκιμάσει, όπως έλεγε τη γεύση του ιδρώτα, επαγγέλθηκε για ένα διάστημα τον φορτοεκφορτωτή στις αποβάθρες του λιμανιού της Μασσαλίας και, αργότερα, δεν δίστασε να βγει στη σκηνή και αυτοδίδαχτος να παίξει ένα ρόλο με τη διάσημη Γαλλίδα ηθοποιό Σάρα Μπερνάρ.
Ο Ρισπέν αρέσκονταν να επικαλείται με έπαρση την τσιγγάνικη καταγωγή του, κι ο ρεαλισμός του έφθανε στην ωμότητα. Από πολλούς χαρακτηρίσθηκε σαν ένας βάναυσος κήρυκας της ανταρσίας και κάθε κοινωνικής παρεκτροπής.
Φιλέλληνας ειλικρινής και γνήσιος, ο Ρισπέν γνώριζε άριστα την αρχαία ελληνική φιλολογία, συνέγραφε μια "Ελληνική Μυθολογία", έμαθε νέα ελληνικά μόνο και μόνο για να διαβάσει δημοτικά τραγούδια στο πρωτότυπο, συνδέθηκε μ' Έλληνες λογίους και επισκέφθηκε την Ελλάδα ύστερα απ' τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.
Ο ποιητής εξελέγη Ακαδημαϊκός και διετέλεσε επί σειρά ετών και μέχρι του θανάτου του Πρόεδρος της Γαλλικής Ακαδημίας.
Ο Ρισπέν στο λογοτεχνικό του ύφος διατηρεί μια κάποια πνευματική εξάρτηση από τον Ραμπελέ, ιδίως στη γλώσσα, το τραγούδι του όμως είναι γεμάτο δροσιά και ανθρωπιά, χρωματισμένο έντονα με γραφικά κι αισθηματικά χρώματα. Η αγάπη του προς τους ταπεινούς δεν είναι παροδική ούτε επιφανειακή, μα πίστη και βίωμα που εκτρέφει και ζωογονεί το τραγούδι του μ' ένα πρωτόγονο ρεαλισμό. Η στιχουργία του, στεγνή μα παταγώδης, με μια αχαλίνωτη γλώσσα, θαυμάζεται για τη φωνητική και φθογγολογική της σφοδρότητα.
Αφιέρωση του νεογέννητου στον Ήλιο: Μετά τη γέννηση και τη βάφτιση, κάποια γερόντισσα συγγένισσα τους, θα σηκώσει ψηλά στα δυο χέρια το μωρό και σαν κάποια αρχαία Ιέρεια θα το τάξει στον Ήλιο τραγουδώντας: Οι τσιγγάνοι, όταν γεννηθεί το μωρό το βαφτίζουν σε τρεχούμενο νερό, για να του μοιάσει και να μη ριζώσει πουθενά. Τη βάπτιση συνοδεύουν με τους πιο κάτω στίχους, σε ελεύθερη μετάφραση από το Γιώργη Σακκά.


ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ

Όπως το διάφανο ποτάμι που κυλάει
πιστό ποτέ του στις οχτιές π' ακροφιλάει
δε μένει, ως ότου στου πελάου τ' άγναντο βγει,
μωρό, που χάραξε για σε χρυσή μι' αυγή

ζωούλα, που 'σαι τω βυζιών μου ο θηλασμός
μακρυάθε απ' άνθρωπου δεσμά κι εξιλασμός
σα στο λυτρωτικό νερό του σε βυθίσω
και στ' όνομα της λευτεριάς σου σε βαφτίσω.

Μη πελεκύσεις κλίνη και φωλιά
δε θα 'βρεις πιο ζεστή απ' την αγκαλιά
μες στο διαβατικ' όνειρο που βαίνεις
από της μάνας κι απ' της ερωμένης.

Σύγνεφο γίνου π' ουρανού η ανέσσα σκώνει.
Όρμα, αγριωπό κύμα που ο δρόλαπας φουσκώνει
κι έπειτα φλοίσβησε, γαλήνη όλος, καθώς
νερό τρεχούμενο που στραφταλίζει φως.

Στην κούνια -τάζει η μοίρα ενώ σε ραίνει-.
Καιρούς και τόπους του Ήλιου ο γιος περιδιαβαίνει.
Ριζιμιό απόκτημα ποτέ του ας μη φθονεί
τίποτες πιο, απ' τη λευτεριά δεν αφθονεί,

σε μια ζωή π' άδηλο τ' αύριο θα κυλάει
και που τη μάνα μοναχά θ' αποζητάει.

Αλλ' όταν πια τη θάλασσά σου ιδείς στα βάθη
με γνώση ορθή, δίχως μεγάλα πάθη
και σα βαριά όπως θα 'ν τα βήματά σου
για μια μοιραία στιγμή μονάχα στάσου
στου κόσμου την οχτιά, γερτό καλάμι,
όπου σου λάχει κι άφσε ν' αποκάμει
απ' το φορτιό το γέρικο κορμί σου.
Πέσε αλαφριά και κατά γης κοιμήσου

Θα γύρει η Φύση, η μάνα σου η μεγάλη
κι ο Ήλιος που σ' έσπειρε θα σε κερδίσει πάλι.

Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ

Ένα παιδί, μοναχοπαίδι αγόρι,
αγάπησε μιας μάγισσας την κόρη.
-Δεν αγαπώ εγώ, του λέει, παιδιά,
μ' αν θέλεις να σου δώσω το φιλί μου,
της μάνας σου να φέρεις την καρδιά
να ρίξω να τη φάει το σκυλί μου.

Τρέχει ο νιος τη μάνα του σκοτώνει
και την καρδιά τραβά και ξεριζώνει.
Και τρέχει να την πάει, μα σκovτάφτει
και πέφτει ο νιος κατάχαμα με δαύτη.

Κυλάει ο γιος και η καρδιά κυλάει
και την ακούει να κλαίει και να μιλάει.
Μιλάει η μάνα στο παιδί και λέει:
-Εχτύπησες, αγόρι μου; ...και κλαίει.
(Μετάφραση: Άγγελος Βλάχος)

Αυτή τη μετάφραση του Άγγελου Βλάχου έχει μελοποιήσει ο πατέρας της ελληνικής οπερέτας Νίκος Χατζηαποστόλου κι αποτελεί ένα διαχρονικό κόσμημα του λυρικού
ρεπερτορίου.

 

H  γωνιά του συντάκτη
Από τις ποιητικές συλλογές της Τούλας Σουβαλιώτη-Μπούτου

ΠΑΤΡΙΔΑ

Πάλλευκο νούφαρο
πού ταξιδεύεις απτόητο
μέσα σε μι’ αγκαλιά
ανάμεσα σε Ιόνιο κι Αιγαίο
χωρίς σταματημό.
Νούφαρο από το μίσχο
κρατημένο του Βορρά σου
και της καρδιάς σου την αλάθητη
πυξίδα για οδηγό.
Υπάρχεις!
Λικνίζοντας ακούραστα
τις δαντελλένιες σου όχθες
στη γαλανή κολυμπήθρα
μιας αέναης αναβάπτισης!
Υπάρχεις!
Λικνίζοντας ακούραστα
τις δαντελλένιες σου όχθες
στη γαλανή κολυμπήθρα
μιας αέναης αναβάπτισης!
Υπάρχεις!
Ρίζα γερή, ρουφώντας
στο «πάντα» τα νάματα
της απέθαντης Ιστορίας σου.
Υπάρχεις!
Κι ας σε κόψουν πόσοι το πόθησαν!
Πόσοι να ξερριζώσουν βάρβαρα
τις ρίζες τις βαθειές σου!
Πόσοι να διαφεντέψουν
τ’ αστραφτερό σου Παρόν!
Να φυλακίσουν τ’ αστραποβόλημα
της ασύγκριτης παρουσίας σου
στο κύλισμα του Χρόνου
Κράτει καλά νούφαρο του Φωτός!
Κλείνοντας όλη τη λάμψη
του Χτες, του Σήμερα, του Αύριο
στα ολόρθα σου πέταλα.
Κράτει καλά!
Το αίμα της καρδιάς μας
Ποτάμι ασίγαστο που κυλά
στα ζωντανά σου σπλάχνα.
Κι όλοι για σένα σφιχταγκάλιασμα
Γη των Προγόνων μας.
Δική μας Γη.

ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΟ

Απεριόριστο...
Να το πούμε απεριόριστο
αυτό που μας κυκλώνει,
Κύκλοι απεριόριστοι.
Επάλληλοι κύκλοι ασφυκτικοί
Κι ούτε μια χαραμάδα διαρροής,
διαφυγής... απόδρασης μικρή σχισμή
κι αν συνθλιβείς ανάμεσά της
μόνον για μια Διάβαση.
Να τη διαβείς, έστω κι αν έτσι χάσεις
τα μέτρα της σωστής σου διάστασης
Για πάντα.

Γιώργης Σακκάς

 

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΠΟ ΤΟ FORUM

Διαφήμιση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:


Για άμεση ενημέρωση συμπληρώστε το email σας για να εγγραφείτε στο Newsletter του ΕΝΕΡΓΟΥ ΔΗΜΟΤΗ.

Αναζήτηση άρθρων

Συνδεδεμένοι

Έχουμε 167 επισκέπτες συνδεδεμένους

Γιορτάζουν